The Bride/ Η Νύφη (2026)


The Bride/ Η Νύφη (2026)

«Δεν μπορώ να θυμηθώ ποια ήμουν» είναι η κυρίαρχη σκέψη της μέχρι πρότινος νεκρής γυναίκας που επανέφερε στην ζωή η Dr. Cornelia Euphronius με παρότρυνση του ίδιου του Φρανκενστάιν, για να γίνει η νύφη του.
Είχε δολοφονηθεί το 1930 και η ταινία ξεκινάει στο Σικάγο με την προσπάθεια ένα πτώμα να επανέλθει από τον κόσμο των νεκρών, βάζοντας αυτή τη φορά μια γυναίκα στον ρόλο που μέχρι πρότινος είχε τα πρωτεία ο Φρανκενστάιν. Του πειραματόζωου που ζωντανεύει.

Όμως, από την στιγμή που αναγεννιέται ζει, αναπνέει, χορεύει και μπαίνει σε περιπέτειες, μαζί με τον ίδιο τον Φρανκ, που δεν τον γνωρίζει, όμως ξέρει ότι είναι προορισμένη να τον παντρευτεί (έτσι της είπαν).
Δείχνοντας έντονα αντιδραστική, δεν φαίνεται να είναι σίγουρη για τα συναισθήματά της για αυτή την κατάσταση. Προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό που της έχει συμβεί και πως μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί.

 Ξεκινάει να ξεσπάει, χωρίς να έχει συμβεί κάτι συγκεκριμένο (πέρα από την ίδια την επάνοδό της από τους νεκρούς), αρχικά διασκεδάζοντας και στην συνέχεια μπαίνοντας σε μια σειρά από πράξεις που την ωθούν στην βία, όχι όμως εκ προθέσεως.
Είναι μια γυναίκα που θέλει να εκτονώσει συναισθήματα, καθώς κουβαλάει πολλή οργή πάνω της και, όπως εξομολογείται, δεν είναι μόνο η δική της. Είναι ο θυμός όλων των γυναικών που δολοφονήθηκαν βίαια, μπορεί και νιώθει τα συναισθήματά τους και ακούει τις κραυγές τους, ζώντας σε ένα μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου. Αυτός είναι και ένας λόγος που δεν μπορεί να ηρεμήσει σχεδόν ποτέ.

Την βλέπουμε όμως να γελάει και να βιώνει όμορφες στιγμές και αυτό συμβαίνει μαζί με τον Φρανκενστάιν, με τον οποίο σταδιακά και με έντονη οικειότητα που αναπτύσσεται, περιπέτεια προς περιπέτεια, γνωρίζονται.
Ο κεντρικός ήρωας και η κεντρική ηρωίδα, παρά τις διαφορές τους (εκείνος ήρεμος και περισσότερο κατασταλαγμένος, με τον πόνο της μακροχρόνιας μοναξιάς και τον φόβο του στιγματισμού επειδή δεν έχει την τυπική ανθρώπινη υπόσταση, ελαφρώς ονειροπόλος με μια αδυναμία στο παλιό σινεμά, εκείνη σε μια μόνιμη ένταση που συνυπάρχει με ενός είδους έμπνευση για δικαιοσύνη, αφοσίωση και απελευθέρωση την ίδια στιγμή), αποκτούν μια δική τους επικοινωνία, στην αρχή λίγο παράξενη, καθώς κανείς δεν είναι σίγουρος ότι η Τζίντζερ ή Πέννυ θέλει πράγματι να συμμορφωθεί με την απόφαση που είχε ληφθεί πριν καν εκείνη «ξαναγεννηθεί», δηλαδή με το να παντρευτεί τον Φρανκενστάιν, που δεν της είναι αντιπαθής, δεν φαίνεται όμως αρχικά και να την απασχολεί ιδιαιτέρως η παρουσία του. Έχει να ανακαλύψει ποια είναι και γιατί νιώθει έτσι.

Όταν όμως περνούν μαζί από διάφορα μέρη που θυμίζουν τόσο υπερηρωικό παραμύθι όσο και θρίλερ φαντασίας και λύνουν το πρόβλημα της επιβίωσής τους σώζοντάς ο ένας την άλλη και αντίστροφα (κυρίως από την αστυνομία που εκδηλώνει βίαιη συμπεριφορά προς την κεντρική ηρωίδα, λόγω κάποιον εγκλημάτων που γίνονται συνήθως λόγω άμυνας και άλλοτε λόγω άγνοιας), δένονται και αυτό δεν φαίνεται μόνο στην γλώσσα του σώματός τους, αλλά κυρίως στα πρόσωπα και τα μάτια τους.

Η βαθμιαία αλλαγή της συμπεριφοράς του ενός απέναντι στην άλλη και αντίστροφα, οδηγεί σε μια οπτική παρομοίωση: οι ήρωες μοιάζουν να ζωντανεύουν, καθώς περνούν από την μια δοκιμασία στην άλλη και καθώς αναπτύσσουν τον δικό τους τρόπο επικοινωνίας (τον οποίο οι θεατές αρχίζουν και επιζητούν, μιας και τους θυμίζει κινηματογραφικά και όχι μόνο δίδυμα). Όμως, ζωντανεύουν μαζί και αυτό οδηγεί και τους δύο σε μια προσπάθεια να βρίσκουν ξανά την ίδια αυτή οικειότητα, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι αλλάζουν λίγο την αρχική τους συμπεριφορά.

Παρότι διαπράττουν αδικήματα, μέσω της πάλης με την αδικία και την οργή (κυρίως εκείνη) και προστατεύουν διαρκώς (κυρίως εκείνος), φαίνεται να βιώνουν ένα είδος αναγέννησης που ο θεατής το νιώθει σαν δικαίωμα των πρωταγωνιστών, να ζήσουν, να αγαπήσουν και να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο που δεν ανήκουν.
Ένα περιβάλλον που αποτελείται από ζωντανούς ανθρώπους που υπερασπίζονται τον νόμο, όσο αυτοί οι δύο τον παραβαίνουν διαρκώς, χωρίς όμως να παρουσιάζονται σαν υπαίτιοι για την ίδια τους την φύση. Σε μια πόλη που θυμίζει αρκετά την Gotham του Batman λόγω του τρόπου «λειτουργίας» της.

Το κοινό τους στοιχείο είναι ο πόνος να αποφύγουν αυτό που είναι όταν είναι μόνοι τους, όσο ανακαλύπτουν ποιοι στα αλήθεια είναι όταν είναι μαζί. Και αυτό ακριβώς είναι που πείθει το κινηματογραφικό κοινό ότι πράγματι είναι ο ένας για την άλλη και πράγματι, μαζί περνούν καλύτερα.
Συνδυαστικά με τις πολύ δυνατές ερμηνείες των ηθοποιών (όπως η Penelope Cruise στον ρόλο της ντετέκτιβ), οι θεατές ταυτίζονται με το πώς μπορεί κανείς να νιώθει φυλακισμένος σε ένα σώμα και σε έναν κόσμο που δεν χωράει, να είναι νεκρός σε έναν κόσμο ζωντανών και παράλληλα άναρχος σε έναν κόσμο που ο νόμος φαινομενικά έχει τον πρώτο λόγο. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει.

Σίγουρα ο οποιοσδήποτε θα ρωτούσε: Είναι περισσότερο κακοί οι δύο πρωταγωνιστές που αμύνονται σε ένα διαρκές κυνηγητό και στον φόβο των ανθρώπων που τρομάζουν με την μορφή τους, από τους κρυφούς κακούς που εξακολουθούν και σκοτώνουν βίαια όλες αυτές τις γυναίκες; Με τον τρόπο αυτό θίγονται και ζητήματα ηθικής, δικαιοσύνης και αληθινής πρόθεσης όλων των ηρώων αυτής της ταινίας.
Μια σιωπηλή επανάσταση, η ατομική εξέλιξη της νύφης του Φρανκενστάιν, αποτελεί ενός είδους αντίσταση σε έναν κόσμο βίας, στον οποίο ο νόμος δεν φέρεται αντικειμενικά. Την βλέπουμε να κατακτά μια προσωπικότητα βασισμένη στην γνώση της για όλα όσα συνέβησαν σε εκείνες τις γυναίκες, μα και στην ίδια. Αυτό φαίνεται και στην αισθητική στο ντύσιμο και τις εκφράσεις που, από την αρχή της ταινίας σοκάρει ή εντυπωσιάζει (ή και τα δύο ταυτόχρονα).
Ταυτόχρονα με την κοινή εξέλιξη της νύφης με τον συνοδοιπόρο της, Φρανκενστάιν, η πλοκή αποκτά και μια δυαδική διάσταση που άρεσε, αρέσει και θα αρέσει σε πολλούς. Εκτός από το δίδυμο των κακών φαίνεται πως δημιουργείται και ένα δίδυμο καλών, με τους ντετέκτιβ της ιστορίας αυτής να φανερώνουν μια διαφορετική όψη της σύμπραξης.
Αν δεν αρέσει για το κεντρικό της νόημα, σίγουρα κερδίζει τους θεατές με το ύφος της (κάτι ανάμεσα σε Burton, Σεξπιρ, ταινία υπερηρώων και θρίλερ μυστηρίου), με την δράση της και με τις ερμηνείες που ξεπερνούν τις συνηθισμένες εκδοχές των κακών που σε τόσες ταινίες αγαπήθηκαν επειδή ήταν οι κακοί.

Αυτοί οι κακοί φαίνεται να αρέσουν επειδή είναι αδικημένοι, μόνοι και χαμένοι σε έναν κόσμο αδικίας και τιμωρίας.
Και για αυτό, στο τέλος της ταινίας, η μεγάλη ανατροπή είναι που βεβαιώνει το κοινό ότι αυτοί οι δύο θα συνεχίσουν, αλλά αυτή τη φορά, όχι όπως στην αρχή. Κάπως όπως ο Spiderman και η Jane, ο Batman και η Catwoman, ή και όσοι άλλοι παρεξηγημένοι καλοί, έτρεχαν να σωθούν πιστεύοντας πως είναι οι κακοί της ιστορίας. Περισσότερο λοιπόν οι δύο πρωταγωνιστές θυμίζουν χαμένους σούπερ ήρωες, παρά κακούς ταινίας τρόμου.

Σχετικά με την ζωή που είχε η πρωταγωνίστρια πριν από τον θάνατό της και την οποία δεν θυμάται, ως Ida, η φιγούρα του καλού ντετέκτιβ (Peter Sasgaard) έρχεται για να πυροδοτήσει συναισθήματα που προϋπήρχαν, καθώς ο ίδιος γνωρίζει ποια ήταν η κοπέλα που συνάντησε και που ελάχιστα θυμίζει εκείνη που είχε γνωρίσει (και, ίσως, ερωτευτεί, καθώς και αυτός επιδιώκει την σωτηρία της, ακόμα και τώρα, με τα ανεξέλεγκτα ξεσπάσματά της).

Παρότι στην νέα της «ζωή» την βλέπουμε να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην στατικότητα του νεκρού νου της και στην προσπάθεια να ζήσει χωρίς να θυμάται ποια ήταν, με μια οργή πρωτοφανή, παρατηρούμε ότι η νύφη μπορεί και αγαπάει, συμπαθεί, αποκτά οικειότητα, όταν νιώθει χειρονομίες καλοσύνης (αν και, ελαφρώς ιδιοτελούς, καθώς η αναγέννησή της προοριζόταν για να μην νιώθει μόνος του ο Φρανκ). Βρίσκει και καινούργιο όνομα: Penelope Rogers.
Και τελικά, παρά την παραβατική της συμπεριφορά, την αγαπάμε και εμείς, περιμένοντας στην επόμενη ταινία να την δούμε μαζί με τον Φρανκενστάιν, υπό τις νέες συνθήκες που δημιούργησε μια μεγάλη έκπληξη στο τέλος της ταινίας.

Στο τέλος, στις συνομιλίες με το είδωλό της (γιατί και εκείνη έχει είδωλο με το οποίο ταυτίζεται και είναι η Mary Shelley, όπως και ο Φρανκενστάιν, του οποίου τον ρόλο ενσαρκώνει ο Jake Gyllenhaal), αποφασίζει ότι είναι η νύφη και αυτό φαίνεται να της αρέσει. Απαρνείται κάθε προηγούμενη εκδοχή της και θέλει να τον σώσει για πρώτη φορά και αυτή.
Συστήνεται ξανά, κλείνοντας έναν κύκλο που ξεκίνησε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μα αυτή τη φορά, με λίγη σιγουριά παραπάνω.

Ένα ξεχωριστό στοιχείο της ταινίας αυτής είναι το μεν αντισυμβατικό στιλ των πρωταγωνιστών, που όμως δεν είναι υπερβολικά επιτηδευμένο, όπως για παράδειγμα των σούπερ ηρώων.
Αυτοί οι δύο θυμίζουν περισσότερο κάτι από τα χρόνια του Dracula παρά ήρωες από σύγχρονες ταινίες δράσης. Μοιάζουν με καθημερινούς ανθρώπους, απλώς αδικημένους, χαμένους και… νεκρούς. Ή αναγεννημένους. Όπως το πάρει κανείς.

Όπως και να το πάρει, οι ερμηνειάρες των Jessie Buckley και Christian Bale κάνει και αυτούς που δεν τους αρέσουν τα θρίλερ φαντασίας, να τους αρέσουν. Και να περιμένουν την συνέχεια.

Σε αρκετά σινεμά της χώρας, αυτές τις μέρες.
Σταματία Κ*

Σκηνοθεσία: Maggie Gyllenhaal
Σενάριο: Maggie Gyllenhaal
Πρωταγωνιστούν: Christian Bale, Jessie Buckley, Penelope Cruise, Jake Gyllenhaal, Peter Sarsgaard
Διάρκεια: 127 λεπτά (2h 7m)
Είδος: Φαντασίας, goth υπερηρωικό ρομάντζο, θρίλερ μυστηρίου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"Αντίλαλοι Μνήμης" Θέατρο Λιθογραφείον 13,14 και 15 Μαρτίου 2026 στις 21.00

Arson attacks in Greece (chapter: Patras)

Αραχωβίτικα: «Χαρακτήρες της διπλανής πόρτας», η παράσταση "Ποιός Ζει, ποιος πεθαίνει"